Άνθρωπος και οικογένεια

Φωνή της Κορινθίας, 26.11.2009

Η παγκόσμια ιστορία των κρατών αναφέρεται πάντοτε σε πολέμους, σε κατακτήσεις, σε κατακτημένους και, τελικά, σε καταστρεφόμενους. Όμως το ότι στο τέλος είναι όλοι καταστρεφόμενοι, είναι κάτι που δεν προβάλλεται. Σταματούν στο «κατακτητής και κατακτημένος». Αυτό μας παρουσιάζει ότι ο χώρος της Γης, η ατμόσφαιρά της, το γονογενικό της σύστημα δεν οδηγεί στον δοξασία, αλλά κυρίως στον μηδενισμό. Αυτό συμβαίνει επειδή οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν ποτέ να καταλάβουν ποιος είναι ο λόγος της παρουσίας τους εδώ.

Αλλά, πριν αναπτύξω τις βασικές έννοιες του άρθρου, θα ήθελα πρώτα να σας αναδώσω τις δύο πλέον βασικές έννοιες της βιολογίας της Γης: θετικό και αρνητικό. θετικό και αρνητικό. Θετικό είναι εκείνο που διαμορφώνει μια οργανική αρμονία στην λειτουργία του ατόμου και του παρέχει έτσι την ευχέρεια να σκεφθεί, να δημιουργήσει και να επεκταθεί μέσα στην δημιουργία του με κοινωνικά αποτελέσματα, με συνυπαρξιακή συναίσθηση αρμονικής επικοινωνίας, όχι μόνον με τους άλλους, αλλά πρώτα με τον εαυτό του. Αρνητικό είναι εκείνο που διαμορφώνει την αντίσταση στην αρμονική σχέση και ανάπτυξη του ατόμου, την διασπαστική λειτουργία της οργανικής του κατάστασης, με αποτέλεσμα να μην έχει αρμονική κυκλοφορία στον οργανικό μηχανισμό, που να το επιβοηθά να έχει την δυνατότητα να βλέπει, να παρατηρεί και να αποδίδει με επεκτατική κοινωνικότητα προς τους άλλους, αλλά και με προσοχή να μην πέσει σε λάθη. Αυτά τα δύο βιοσυστατικά στοιχεία, το αρνητικό και το θετικό, Αντινομία και Νομία, συναρτούν την οργανικότητα του ανθρώπου στην Γη, βάσει της ατμοσφαιρικής βιολογίας, η οποία τακτοθετήθηκε από τους Νόμους της Δημιουργίας στο Ενδιάμεσο σύμπαν και ξεχωριστά στον κάθε πλανήτη.

Ένα από τα σπουδαιότερα, αλλά και καταφανή σημεία της αρνητικής λειτουργίας των ανθρώπων της Γης είναι το εξής: ενώ αρέσκονται να αναφέρονται στο γεγονός ότι είναι γονείς, ποτέ δεν φρόντισαν να μάθουν πως θα μπορούσαν τα παιδιά τους να διανύσουν την εδώ πορεία τους χωρίς να πέσουν στο αίσθημα της σύγκρουσης, ένα αίσθημα που καταλήγει ακόμη και στο έγκλημα. Η πρώτη τραγική παράληψη των γονιών είναι όταν δεν αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να προστατεύσουν το παιδί τους από την ίδια του την εγκληματική κίνηση πάνω στον εαυτό του. Το ψέμα είναι το πρώτο έγκλημα. Όταν το άτομο αρχίζει να λέει ψέματα, σημαίνει ότι έχει αναπτυχθεί μέσα του το αίσθημα της αδικίας. Και όταν κάποιος αισθάνεται αδικημένος, εύκολα μπορεί να περάσει στην ιδιότητα του εγκληματία. Θα έλεγα μάλιστα πως η αδικία είναι το πρώτο στάδιο της ειδικής εγκληματικότητας, που ξεκινά από μια απλούστατη εκκίνηση επιθυμιών. Βέβαια, ο άνθρωπος δεν προσδιορίζει ποτέ αυτό που κάνει ως έγκλημα, διότι το θεωρεί ένα έργο για την εδώ ζωή του. Με αυτόν τον τρόπο ξεφεύγει από την κοινωνική αγωγή, που είναι ένα σύστημα αναγκαίο για την λειτουργία και την συνεργασία των ομάδων.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο έρχεται και η ειδική αποστολή του γονιού. Ο γονιός διαμορφώνει μια προσπάθεια να κερδίσει τα “απαραίτητα”, όπως τα εννοιολογεί ο ίδιος βάσει της υποκειμενικής αισθησιολατρείας του, για να τα προσφέρει στα παιδιά του. Θέλει να τους προσφέρει εκείνα που θα τους επιφέρουν μια ελεύθερη εκκίνηση για τις δραστηριότητες της ζωής τους, τις γνώσεις και τα αγαθά που θα τα κοσμολογήσουν μέσα σε μια επιτυχία και, κατ’ επέκτασιν, ευτυχία. Πως όμως είναι δυνατόν, τα μέσα που αγωνίζεται ένας γονιός να παράσχει στα παιδιά του, να είναι όντως ευτυχία, την στιγμή που διαμορφώνει παράλληλα και μια διασπαστικότητα αποχώρησης και απομόνωσης της κοινωνική του θέσεως μέσα από την αισθησιακή κατάσταση των παιδιών; Την στιγμή δηλαδή που ο ίδιος δεν κατανόησε τι σημαίνει κοινωνικότητα, της οποίας θα πρέπει να είναι ουσιαστικά αποστολικός. Το αποτέλεσμα είναι τα παιδιά να μην αποκτούν τελικά μια συμπαραστατική κοινωνική αγωγή με τον εαυτό τους, αλλά και με τους άλλους. Κοινωνικός είναι εκείνος που αποδέχεται τον άλλον, δηλαδή αποδέχεται να συνυπάρχει με αυτόν μέσα σε μια προσπάθεια συναισθησιακής αγωγής. Η «κοινωνικότητα» ως έννοια, πέραν κάποιων επωνυμικών προσεγγίσεων, δεν έγινε ποτέ ουσιαστικά κατανοητή από τον άνθρωπο, στην επέκταση και στα αποτελέσματά της. Γι’ αυτό και το άτομο είναι τελικά πάντα έτοιμο να λειτουργήσει τις υποκειμενικές αισθησιοεπιθυμίες των προηγούμενών του, όπως η επιθυμία του «κατακτάν». Όταν αναπτυχθεί μέσα του η επιθυμία της υποταγής των άλλων, ουσιαστικά υποτάσσεται η ακεραιότητα της δικής του αναγονικής ελευθερίας. Τότε βρίσκεται σε μια συγκρουστική κατάσταση, πρώτα με τον εαυτό του και μετά με τους άλλους. Ακριβώς εκεί γεννώνται όλα τα συγκινησιακά συναισθήματα του τιτλοκυρίαρχου ΕΓΩ. Ο άνθρωπος που δεν διαμορφώνεται σε μια επεκτατική συναισθησιακή κοινωνικότητα, δεν θα αποκτήσει ποτέ την εσωτερική εκείνη γονιμότητα που θα τον καθιστά άξιο να ονομάζεται «άνθρωπος».

Όμως ο σημερινός άνθρωπος, με την συμπεριφορά του και με τις δυσλειτουργικές του επιδιώξεις, δεν κατάφερε να αναπτύξει συναισθήματα, όπως η κοινωνικότητα. Αυτό σημαίνει ότι, τελικά, ήταν πάντοτε εναντίον της ίδιας του της φυσιογονικής θέσεως, εναντίον της φυσιολογικής του κατάρτισης. Γι’ αυτό και όταν θέλει να γίνει γονιός, ουσιαστικά δεν γίνεται γονιός, αλλά μετατρέπεται σε ένα εξάρτημα της αντινομικής πορευτικής κατάκτησης. Και δεν καταφέρνει να σταθεροποιήσει την λειτουργία του κοινωνικολειτουργικού αγωγού, αναπτύσσοντας την κατάλληλη σχέση και συμπεριφορά προς την οικογένειά του, ώστε κι αυτή να βρει συμπαράσταση κατά τους ειδικούς της χρόνους και τα νεαρά μέλη να αναπτύξουν μιαν αντίληψη μέσα στους κανόνες της ατομικής τους ακεραιότητας. Κατά τον τρόπο αυτόν, το άτομο, με το πέρασμά του από την Γη, δεν διαμορφώνει την αναγκαία συναισθηματική αποκατάσταση μέσα στην πορεία του ως φυσιολογικός και λειτουργικός κοινωνικός άνθρωπος, κάτι που θα τον βοηθούσε να γίνει και αποδεκτός από τα ανώτερα επίπεδα ζωής. Δεσμευμένος στα παραδεδομένα των προηγούμενών του, δεν φροντίζει για την ανάπτυξη της ατομικότητάς του. Έτσι, όταν γίνεται γονιός, δεν φέρει μέσα του την κοσμοθέτηση του οικογενειακού θεσμού, που θα τον βοηθούσε να κάνει κοινωνικότατη παρουσία κατά την ανάπτυξη των παιδιών του, αλλά και έναντι του οικογενειακού θεσμού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατ’αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος βρίσκεται εντελώς απομακρυσμένος από την φυσιολογία του. Εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς αν τελικά υπάρχει άνθρωπος που να τον χαρακτηρίζει μια κοινωνικοφυσιολογική λειτουργία…

Παρατηρώντας τα ρήματα των αρχαίων Ελλήνων, βλέπω ότι έκαναν μια αξιόλογη προσπάθεια να εισέλθουν στους χώρους αυτών των εννοιών, στην λειτουργία του «κοινωνικού αγωγού» μέσα στην ανθρωποφυσιολογία, προκειμένου να αναπτύξουν κοινωνική σχέση μεταξύ των ανθρώπων –κάτι που έχει και ηθική προβολή μέσα στην ψυχική τους ανάταση- και να διαμορφώσουν μια κρίση-παρατήρηση για την περαιτέρω αποτελεσματική τους συμμετοχή σε ένα έργο που θέλουν να επιτελέσουν. Οι Αθηναίοι μάλιστα συνήθιζαν να καλούν κατά τις μάχες και έναν φιλόσοφο της εποχής, ως παρατηρητή, για να δουν εν πρώτοις τα λάθη που έκαναν κατά τον πόλεμο, αλλά και μήπως προσεγγίσουν την κατάσταση του πολέμου ως αντιληπτική συναίσθηση, δηλαδή να κατανοήσουν τι αποφέρει ένας πόλεμος στους ανθρώπους. Φαίνεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες πλησίασαν αυτήν την εννοιλογική σημασία και προσπάθησαν να ανακαλύψουν γενικότερα την φύση και την λειτουργία της στον πλανήτη, χρησιμοποιώντας ως μέσον την έννοια του «καλού» και του «κακού». Παρ’ όλα αυτά, μετά από τις τόσες και τόσες προσπάθειες εκείνων, σήμερα δεν βλέπω την συνέχιση της ελληνιστικής προσπάθειας να φθάσει ο άνθρωπος σε ένα επίπεδο ουσιαστικής εξέλιξης. Το μόνο που παρατηρώ είναι πως οι άνθρωποι αναπτύσσουν ολοένα και περισσότερο την αντικοινωνικότητά τους, και δεν καταφέρνουν να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους να αγγίξουν και να προσδώσουν στους επόμενους την παιδεία εκείνη που να δίνει την δυνατότητα να προσεγγίσουν την κοινωνικότητα, και σιγά-σιγά να αναπτυχθούν στην ολοκληρωτική τους εξέλιξη.

Βάσει όλων αυτών δεν θα μπορούσαμε ποτέ να πούμε ότι υπάρχει ουσιαστική «παιδεία» στην Γη. Διότι δεν υπάρχει επιθυμία να συνεχιστεί εκείνη η πρώτη ελληνική προσπάθεια συστοιχείωσης και ανάπτυξης της ουσιαστικής παιδείας. Μάλιστα, βάσει αυτής της μεγάλης τιτλοσημασίας της επωνυμίας του Έλληνα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, σύμφωνα με τα αποτελέσματα που μας παρουσιάζει η εποχή, τελικά σήμερα δεν υπάρχουν απόγονοι άξιοι εκείνης της μεγάλης προσπάθειας των αρχαίων Ελλήνων.
Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε να θυμηθούμε την ρηματική αναφορά των αρχαίων Ελλήνων «πας μη Έλλην βάρβαρος». Φαίνεται πως οι Έλληνες της εποχής εκείνης παρατήρησαν ότι οι άλλοι λαοί δεν είχαν κάνει προσπάθειες κοινωνικοποίησης εφάμιλλες με εκείνες των Ελλήνων. Και βλέποντάς τους να λειτουργούν μόνο στις κατώτερες συναισθηματικές κατηγορίες, προσδιόρισαν την αντίστοιχη έννοια του «βαρβάρου». Ο διαχωρισμός αυτός δεν είχε σκοπό να καταδείξει ότι ο Έλληνας τότε είχε φθάσει σε κάποια τελειότητα, αλλά ότι έκανε αξιόλογες προσπάθειες για την κοινωνική του αγωγή, κάτι που το βλέπουμε και μέσα στα διάφορα φιλοσοφικά, λογοτεχνικά και ποιητικά συγγράμματα της εποχής εκείνης, καθώς και στην τέχνη. Ήταν μια προσπάθεια να βρει την διαδρομή που θα τον οδηγούσε στην ειδική αντίληψη του πως πρέπει να λειτουργεί στην Γη.

Αντίθετα, σήμερα, παρατηρούμε ότι οι καθιερωμένες κοινωνίες, ως εθνοοικογένειες, βρίσκονται σε μια λειτουργικότητα υπερέντασης και, το κυριότερο, δεν αναζητούν μια σχέση κοινωνικής συμπεριφοράς με τους απογόνους τους. Αρκούνται μόνο κάθε φορά να χρησιμοποιούν την εύκολη δικαιολογία «φταίει η παιδεία». Αυτό όμως αποδεικνύει ότι βρίσκονται πολύ απομακρυσμένοι από την υποχρέωση που έχουν να λειτουργήσουν πρώτα οι ίδιοι την παιδεία, και μετά να την μεταδώσουν και στα παιδιά, βοηθώντας τα να λειτουργήσουν ως κοινωνικά άτομα, και να αναπτύξουν κοινωνικότατες σχέσεις με τους ομοεθνείς τους, αλλά και τους αλλοεθνείς τους. Και καλόν είναι οι άνθρωποι να μην χρησιμοποιούν αυθαίρετα την έκφραση «κοινωνικός» και «κοινωνία». Κατά την γνώμη μου είναι μεγάλη ανάγκη να θέτουν σε προστασία αυτή την κοινωνική ρήση και όχι να αγωνίζονται να την εκφυλίζουν.