H Εποχή της Βαβυλωνίας

Φωνή της Κορινθίας, 25.03.2010. 

Ο άνθρωπος, κατά το πέρασμά της ζωής του από την Γη, λειτουργεί σε μια δισυπόστατη κατάσταση: Η μία είναι η εξωτερική επιφανειακή επιδερμική και η άλλη είναι η εσωτερική εσώκλειστη κατάσταση των ενδόμυχων κινήσεών του, που του γεννούν ειδικές επιθυμίες, αλλά και ειδικούς φόβους. Αυτούς προσπαθεί να τους κρατά σε μια μυστική κατάσταση, από φόβο μη μάθουν οι άλλοι τα εσωστρεφικά του σκεπτομορφικά επιθυμητά, τα οποία του προσδιορίζουν και μια κατάσταση δειλίας και θράσους, αλλά και φόβου με μίσος.

Σήμερα η σκέψη των ανθρώπων έχει φθάσει σε επίπεδο μεγάλων επιστημονικών κατακτήσεων. Αυτές οι κατακτήσεις όμως έχουν αρχίσει πλέον να μας δείχνουν το πραγματικό πρόσωπό τους. Τα πιστεύω των τιτλούχων, τους διαμορφώνουν μια ατομική ικανοποίηση που την διαλαλούν προς τα έξω, θέλοντας να πείσουν και τους μη τιτλούχους ότι έχουν πετύχει σε εκείνα που ερευνούσαν και, βάσει των αποκαλύψεών τους, όλος ο κόσμος θα ζήσει ωραία ζωή. Κανείς όμως δεν συλλογίστηκε ποιο είναι το ουσιαστικά ωραίο και ποιο το άσχημο. Εάν το ωραίο είναι μια επιπόλαια αναζήτηση της στιγμής, προκειμένου να κρυφτούμε από τους ενδόμυχους φόβους μας, τότε είναι η κρίση του ασυνειδήτου που το ονομάζει «ωραίο».
Ας αναλογιστούμε εδώ πόση δημοσιότητα και πόσα βραβεία έχουν δοθεί στους κάποιους που τους μνημόνευσαν ως «μεγάλους» ανθρώπους. Αλλά η γλώσσα μας αποκαλεί «μεγάλον» και κάποιον που διένυσε πάρα πολλά χρόνια ζωής εδώ. «Ήταν μεγάλος» λένε για τον ηλικιωμένο που φεύγει από την εδώ ζωή, «είναι μεγάλος» λένε επίσης και για κάποιον που έτυχε να εφεύρει κάτι και να το παρουσιάσει στις κοινωνίες ως ένα μεγάλο επίτευγμα, δια του οποίου ο άνθρωπος θα μπορεί να απολαμβάνει την επιτυχία του. Όμως, για εκείνον που διένυσε εδώ πολλά χρόνια ζωής, δεν φρόντισε κανείς να μάθει τι αντιμετώπισε εσωτερικά και πόση αντοχή χρειαζόταν για να ξεπερνά το ένα που γεννούσε το άλλο, με αποτέλεσμα να «στολίζεται» όλη η ζωή του με τα μεγάλα εκείνα δυσάρεστα γεγονότα που κάθε μέρα αντιμετώπιζε.
Εάν θα έλθουμε λίγο πιο εσωτερικά, στην βιοσύνθεση του ανθρώπου, με την βιολογική του κατάρτιση και συστοιχείωση, θα δούμε ότι, κατά τις πορείες του, συναντά καθημερινά δυσμένειες και απουσία διευκολύνσεων. Εν τούτοις οι άνθρωποι δεσμεύονται στην επιφανειακή επιδερμική κατάσταση και διαμόρφωσαν έτσι τον λογισμό τους, που σταθεροποίησαν το νόημα της ζωής τους πάνω στα επιδερμικά. Και δεν έχουν αφιερώσει έστω ελάχιστο χρόνο για να αναλογιστούν λίγο και την εσωτερική τους κατάσταση, την οποία αντιμετωπίζουν κάθε μέρα και τους εξωθεί σε εξωστρεφικές αναφορές εναντίον των άλλων. Και αυτό θα το παρατηρήσουμε στην δεσμευτικότητα και στην οπαδοποίηση που αναζητά ο άνθρωπος κατά την δυσανασχέτηση της εσωτερικής του διακονίας και κατατάσσεται σε διάφορες οπαδικές δυναστείες. Εκείνο που μπορούμε να παρατηρήσουμε μέσα σε αυτή την οπαδοποίηση είναι ότι χάνουμε και την συναισθησιακή σχέση ζωής και το νόημά της, και αφιερώνουμε στην επιφανειακή επιδερμικότητα, αλλά και στην δημιουργία του ασυνειδήτου το μίσος, τις διαφορές και όλα τα παράγωγά τους.
Όμως αυτό υπάρχει και διαμορφώνεται κατά το πλείστον με την επιθυμία του υποκείμενου ανθρώπου (δηλαδή του άγνωστου) να του προσφέρουν και εκείνος να μην προσφέρει εκείνο που πρέπει, δηλαδή το νόημα μιας κοινωνικοποιημένης ζωής.
Όλα αυτά διαμορφώνουν μια συμπλεγματικότητα στην βιολογική και βιοχημική τάξη του ατόμου. Από εκεί ξεκινούν όλα τα δυσάρεστα αποτελέσματα στην ζωή του. Εάν θα έλθουμε στην βιολογική του τεχνοσύνθεση και στην άμεση σχέση της με την αιθερική βιοχημεία, θα παρατηρήσουμε ότι τα πάντα μέσα στον άνθρωπο διαγράφονται και έχουν ζωική έκφραση βάσει της σύλληψης που τελείται στον ειδικό αδένα που λέγεται επίφυση. Προέκταση της επίφυσης είναι ο αιθερικός Ίμις αδένας, ο οποίος αποτελεί μια κεραία δεκτικότητας, που, βάσει της δυνατότητάς του, συλλαμβάνει μηνυματικές στοιχειώσεις από την ατμόσφαιρα και τις αποδίδει ως μηνυματική αναφορά μέσα στην οργανική τάξη, σχετικά με κάθε κατάσταση διακίνησης του ατόμου κατά την ζωική του πορεία. Όλες οι συστοιχειακές καταστάσεις του ατόμου τροφοδοτούνται από την ενεργειακή-αιθερική σύλληψη συχνοτήτων από τον Ίμι αδένα, για να εισέλθουν στην συνέχεια στην οργανική κοινότητα, που τις κατατάσσει στον διακανονισμό της τροφοδοσιακής λειτουργίας της παρεγκεφαλίδας, και από εκεί να διαμορφωθούν μηνυματικές αποστολές προς τους διάφορους χώρους του οργανισμού, όπως το σπλαχνικό ή το ορμονικό. Αυτές οι αποστολές εκτελούνται δια μέσου του συστήματος των νευροδιαβιβαστών.
Έτσι βρισκόμαστε να έχουμε ενεργειακά-ατμοσφαιρικά μηνύματα, που υποκινούμεθα να τα πραγματοποιήσουμε, πιστεύοντας ότι έτσι ολοκληρώνουμε την ομορφιά ή αποκατάσταση της ζωή μας. Δεν ελέγξαμε όμως ποτέ πώς λειτουργούν όλα αυτά, γιατί και πώς επενεργούνται οι διάφορες αναζητήσεις μέσα μας και πώς υποβαλλόμεθα σε μια φασματοεικόνα και δεσμευόμαστε για να την ζήσουμε κι εμείς.
Όλα αυτά είναι η οργανικότητα του ανθρώπου. Οι ειδικοί της Γης έχουν φθάσει σε διάφορα επιτεύγματα∙ δεν έχουν όμως ανακαλύψει το ειδικό σημείο της οργανικής κατάστασης, που το ονομάζω ελεγκτικό αδένα, για να δουν, με την βοήθειά του, εάν η οργανικότητα λειτουργεί στην επιτρεπόμενη μηχανιστική συστολική και διαστολική κατάσταση της χρονομέτρησης των στοιχείων εκείνων που μπορούν να μας δώσουν την ισοζυγιστική ισορροπία των συν και των πλην.
Πιστεύω ότι εάν δεν περάσουμε σε κάποια αντίληψη για το νόημα της ζωής εδώ, δεν θα μπορούμε να κάνουμε τις σωστές αξιολογήσεις των αποτελεσμάτων της κάθε επιλογής μας. Κάπως έτσι καταλήξαμε να είμαστε αυτοί που είμαστε σήμερα. Μάλιστα, ενώ επιθυμούμε να καταλάβουμε την γλώσσα που μιλάμε και να γίνουμε κατανοητοί, τελικά επικρατεί η απόλυτη ακατανοησία. Ο κυριότερος λόγος είναι ότι ο καθένας μιλά με βάση την παρορμητική του επιθυμία να επηρεάσει τους άλλους, να τους επιβληθεί και να τους οπαδοποιήσει –και αυτή η λειτουργία υπάγεται στην τροφοδοσία του ορμονικού. Το βλέπουμε τόσο στους επιστήμονες, όσο και στους πολιτικούς. Ο πολιτικός διαθέτει έναν λόγο προστακτικό, που διαμορφώνει δέσμευση και χειραγώγηση. Επομένως η πολιτική είναι ένα λογοπαίγνιο που εισέρχεται στους ανθρώπους και, βάσει της αγνωσίας τους περί νοήματος της ζωής, τους δεσμεύει να ακολουθούν. Και πιστεύουν ότι οι πολιτικοί θα εύρουν κάτι που τους λείπει και έτσι θα αποκατασταθούν κι αυτοί στο νόημα της ζωής. Όμως δεν ελέγχουν αν όντως γίνεται έτσι. Κι αυτό επειδή, καθώς το άτομο μεγαλώνει, βάσει όλων των υπολειτουργιών που έχει μέσα του, έχει ανάγκη να αναπτύξει μια σχέση με τους άλλους. Ώστε κατά τις στιγμές της ανάγκης του να αποκαθίσταται και ο φόβος που νοιώθει. Όμως η λειτουργία του ανθρώπου δεν αποκαθίσταται επ’ ουδενί, εάν πρώτα δεν αντιληφθεί μέσα του ποιο είναι το νόημα της ζωής του και της παρουσίας του στον χώρο όπου έχει βρεθεί. Αυτό είναι η αιτία της ακατάστατης επικοινωνιακής σχέσεως μεταξύ των ανθρώπων.
Αλλά εμείς οι άνθρωποι καταφεύγουμε και σε μιαν άλλη επωνύμηση: την «δημοκρατία». Πραγματικά αναρωτιέμαι εάν έχουν καταλάβει αυτή την ονοματοθέτηση. Όταν λέμε δημοκρατία, εννοούμε ότι ο δήμος διοικεί τον χώρο που κατοικούν οι πολίτες και απονέμει δικαιοσύνη. Αλλά που διοικεί, όχι που φαυλολογεί και υπόσχεται -υποσχέσεις που θα μπορούσα να τις αποκαλέσω και ερωτυλισμούς… Και εφ’όσον κρατώνται από μια λαθεμένη ερμηνεία του όρου «δημοκρατία», δεν είναι φυσιολογικό όλοι αυτοί που την εκφράζουν και την αναφέρουν να λειτουργούν λανθασμένα; Και τα λάθη αυτά δημιουργούν στο τέλος την βαβυλωνική κατάσταση, όπου ο καθένας κατεβαίνει ως πολιτευτής του εαυτού του για να πολιτικοποιήσει τους άλλους υπό αυτού.

Βάσει όλων αυτών θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες ούτε γνώρισαν ούτε θα γνωρίσουν εκείνο το φυσιολογικό σύνθεμα που συστοιχειώνει την ζωή, αλλά και αναθρέφει το ουσιαστικό μέλλον. Και εάν είναι καταδικασμένες σε μια κατάσταση Βαβυλωνικής ασυνεννοησίας είναι επειδή από την ώρα που γεννιέται κάποιος υπόκειται σε μια παράδοση δυσμορφικής διγλωσσίας: στην γλωσσική λειτουργία των απόρρητων εσωτερικών επιθυμιών των γονιών του -οι οποίοι διακονίζουν την πονηριά που θα μπορούσε να τους φέρει σε θέση δύναμης, δηλαδή χρήμα, αναγνώριση και άλλα- και από την άλλη υπόκειται στην γλώσσα της εκπαιδευτικής πορείας στην οποία μυείται. Έτσι όταν εισέρχεται το άτομο σε μια τέτοια εκμάθηση, δεν μπορεί να ξεχωρίσει τις ουσιαστικές αξίες. Διότι η μια γλώσσα του αναπτύσσει το επιδερμικό του στοιχείο και η άλλη την αναγκαιότητα να το ικανοποιήσει. Τελικά, το άτομο βρίσκεται υποδουλωμένο στην μονοπλευρική κατάσταση της επιδερμικότητας, η οποία δεν είναι παρά το γονιμότατο στοιχείο της ψευδαίσθησης. Και έτσι καταλήγει να μην δικαιούται τίποτε κατά τα επόμενα βήματά του μετά από εδώ.